28 Δεκ 2015

Ανθρωπισμός χωρίς Θεό

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Υπάρχει η αντίληψη σε πολλούς χριστιανούς,, ότι εφόσον γνωρίζουν τη διδασκαλία του Χριστού, είναι αυτό αρκετό. Δηλ. μπορούν να την εφαρμόζουν στη ζωή τους, να είναι καλοί άνθρωποι και να μην έχουν ανάγκη από την Εκκλησία. Περιορίζουν δηλ. τα πάντα στην ηθική ζωή, στην καλή συμπεριφορά, στην αγάπη και την καλοσύνη, στη δικαιοσύνη και τη φιλανθρωπία που έφερε στον κόσμο με τη διδασκαλία του και κυρίως με την επί του Όρους Ομιλία του ο Χριστός.
Με την έννοια αυτή ο Χριστός είναι ένας μεγάλος ηθικός Δάσκαλος. Η Εκκλησία Ηθικολογία και Ανθρωπισμός και η ζωή Καθήκον. Μα αν ο Χριστός δεν είναι Θεός-Θεάνθρωπος, Υιός του Θεού που έγινε Υιός του ανθρώπου, τότε η ζωή δεν ερμηνεύεται, ο θάνατος είναι ένας εφιάλτης και η ύπαρξη του ανθρώπου, χωρίς νόημα.
Εμείς δεν θα ασχοληθούμε μ’ αυτές τις ερμηνείες του ανθρώπου, αλλά θα δούμε την περίπτωση εκείνη που πολλοί υιοθετούν, ότι μπορεί ο άνθρωπος μόνος του ,με τις δικές του δυνάμεις, να τηρήσει τη διδασκαλία του Χριστού, χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Το θέμα για την ορθόδοξη ανθρωπολογία είναι απλό. Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί με όλες τους τις δυνάμεις, σωματικές, ψυχικές και πνευματικές για να επιτύχει κάτι καλό και μια πρόοδο στη ζωή του. Όπως σκάβει τη γη για να του δώσει τροφή, θαλασσοδέρνεται στη θάλασσα για να ζήσει και βγάζει με τον ιδρώτα του και πολλές φορές με το αίμα του το ψωμί του,  έτσι σε όλα τα θέματα της ζωής του πρέπει να αγωνιστεί και να κοπιάσει πολύ. Αυτή είναι και η πρώτη εντολή του Θεού.
Για να μεγαλώσει ένα παιδί θα κλάψει πολύ. Για να μάθει γράμματα θα κοπιάσει και θα πονέσει. Για να ασκήσει ένα επάγγελμα θα ματώσει η ψυχή του. Για να δώσει ευτυχία και χαρά στην οικογένεια του θα κοπιάσει πολύ.  «Τα αγαθά κόποις κτώνται». Τα καλά αποκτώνται με κόπους. Για όλα αυτά πολλές φορές, «δίνει αίμα, για να πάρει πνεύμα». Για όλα χρειάζεται δύναμη και θέληση. Πολύ μυαλό και πύρωμα καρδιάς.
Σε όλα όμως αυτά χρειάζεται τη βοήθεια του Θεού. Χρειάζεται την υγεία του. Από μια κλωστή κρέμεται η ζωή του. Ένα μόριο του εγκεφάλου του να ματώσει, ο πιο σοφός άνθρωπος γίνεται φυτό. Και το σπουδαιότερο, ο μεγαλύτερος αγώνας με πολλές πτυχές και άπειρες δυσκολίες για τον κάθε άνθρωπο, είναι να είναι αληθινός Άνθρωπος με Α κεφαλαίο. Αυτό σημαίνει δίκαιος, να έχει καλοσύνη και αγάπη. Να μην είναι εγωιστής. Να υποτάσσει τα πάθη του. Να μην αισθάνεται κακία και ζήλεια για το συνάνθρωπο του.  Να μη σκοτεινιάζει τη χαρά των άλλων ανθρώπων.  Να μη δηλητηριάζει τη ζωή της κοινωνίας.
Σε όλα αυτά θέλει Θεϊκή βοήθεια και συμπαράσταση. Είναι εκείνο που λέμε στην Εκκλησιαστική γλώσσα «Συνεργία Θεού και ανθρώπου». Ο άνθρωπος απλώνει το χέρι του, στο πάντοτε απλωμένο χέρι του Θεού και παίρνει δύναμη. Είναι τα λόγια του Αποστόλου  Παύλου: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Όλα τα κατορθώνω, με τη δύναμη του Χριστού που με ενδυναμώνει.  
Για το θέμα αυτό και σε απάντηση ορισμένων συνανθρώπων μας που πιστεύουν πολύ στον εαυτό τους και εμπιστεύονται στις δικές τους μόνο δυνάμεις- χωρίς βέβαια να παραβλέπομε ότι η αυτοπεποίθηση είναι μεγάλο και απαραίτητο χάρισμα στον άνθρωπο, για να προκόψει στη ζωή του- θέλομε να τους πούμε με πολλή αγάπη και ειλικρίνεια, ότι υπάρχουν όρια σε πολλά θέματα στη ζωή του ανθρώπου, που όση θέληση και δύναμη να έχει,  δεν μπορεί να τα ξεπεράσει.
Η αναφορά μας θα είναι στον Τολστόη, στον μεγαλύτερο ίσως Ρώσο συγγραφέα, σύγχρονο και εφάμιλλο του Ντοστογιέφσκυ τον οποίο αγαπούσε πολύ. Όταν έφυγε από το σπίτι του άφησε ανοιχτό το βιβλίο του Ντοστογιέφσκυ «Αδελφοί Καραμάζωφ», το οποίο διάβαζε και παράγγειλε: «Πέστε στον Ντοστογιέφσκυ ότι τον αγαπώ πολύ».

Είχε 13 παιδιά. Ήταν πολύ πλούσιος. Με απέραντες περιουσίες. Έζησε όλες τις απολαύσεις της ζωής. Εγκατέλειψε στο τέλος την οικογένεια του και πέθανε σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Τα καλύτερα του έργα είναι «Πόλεμος και Ειρήνη», «Ανάσταση».   «Άννα Καρένινα», «Πάτερ Σέργιος»,  «ο θάνατος του Εισαγγελέως Ίλιτς»

Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 10ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Θέλω με πολλή αγάπη, χωρίς παθολογικό εγωισμό, αλλά και χωρίς αρρωστημένη ταπεινολογία, να πω δυο «καρδιακά» λόγια, για το θέμα «Χριστιανοί χωρίς Εκκλησία».  Θέλω δηλ. όσα έγραψα,  να πιστέψουν οι άνθρωποι,  ότι ήταν από την «εν Χριστώ» αγάπη, της ιερατικής μου καρδιάς.  Κανένα δεν ήθελα να πικράνω. Μόνο από τη φλόγα της ιερατικής μου συνείδησης, ήθελα να μιλήσω. Να πω κι εγώ σαν τον Φίλιππο  στον Ναθαναήλ: «Έλα να δεις».  Ελάτε να δείτε, πόσο ωραίος είναι ο Χριστός. Ελάτε να δείτε, πόσο ωραία είναι η Εκκλησία. Ελάτε να ζήσετε, στιγμές του Παραδείσου, πάνω στη γη. Ελάτε να δείτε, πώς κάνει τον άνθρωπο ο Θεός. Ελάτε να ζήσετε μια μοναδική χαρά. Ελάτε να βρείτε δύναμη, να σηκώνετε το σταυρό σας. Δύναμη να ελπίζετε. Δύναμη   να αγαπάτε.
Μόνο όποιος έχει «καταλάβει»,  τον λόγο που σταυρώθηκε ο Χριστός, μπορεί να καταλάβει,  την «παράδοξη» αγάπη του Ιερέως. Την αγωνία του να πιστέψουν και να αγαπήσουν οι άνθρωποι το Θεό. Όταν οι ιερείς βλέπομε την ευλάβεια, στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, χαιρόμαστε. Όταν βλέπομε την αγάπη, δακρύζομε. Όταν βλέπομε την αμαρτία, πονούμε. Όταν βλέπομε την ασέβεια, αισθανόμαστε τύψεις. Όταν βλέπομε το μίσος, τρομάζομε. Όταν βλέπομε τον εγωισμό, απογοητευόμαστε.
Πρέπει όμως να τα βλέπομε! Γι’ αυτό μας έδωσε την ιεροσύνη ο Χριστός. Να μιλούμε με αγάπη, να ελπίζομε και να προσευχόμαστε. Όλοι οι άνθρωποι της εκκλησίας, είναι πνευματικά μας παιδιά.  Για όλους  πρέπει να ενδιαφερόμαστε. Όλους πρέπει να τους αγαπούμε. Να μην αφήνουμε την απιστία και το κακό, να ριζώνει στην καρδιά τους.
Θα αναφέρω ένα παράδειγμα: Όταν το παιδί μου ήταν  5 χρονών, το έστελνε   η μητέρα του, να παίρνει  ψωμί από το φούρνο και του έδινε και μια δραχμή επί πλέον,  να πάρει ένα κουλουράκι. Μια μέρα δεν είχε τη δραχμή και του έδωσε χρήματα μόνο για το ψωμί.
Το παιδί επέστρεψε στο σπίτι κρατώντας το ψωμί, ενώ έτρωγε ένα κουλουράκι. Η μητέρα του το ρώτησε, πού βρήκε το κουλουράκι κι αυτό κοκκίνισε, ντράπηκε και δεν ήθελε να μιλήσει. Παγώσαμε  στην εκδοχή, ότι το κουλουράκι το πήρε μόνο του. Η μητέρα του το πήρε αμέσως και πήγε στο φούρνο. Ο  άνθρωπος ήταν ευγενικός και καλός και της είπε:«Για όνομα του Θεού! Δεν το πήρε το παιδί το κουλουράκι. Μετά που  του έδωσα το ψωμί, με ρώτησε  κάπως στενοχωρημένο: «και κουλουράκι;»  Κι εγώ με μεγάλη χαρά, του το έδωσα. Δεν δέχεστε να του κάμω, ένα τόσο μικρό δώρο;» Βέβαια ηρεμήσαμε και το σφάλμα ήταν  δικό μας,  που δεν εξηγήσαμε στο παιδί. Όσο όμως  υπερβολικό και χωρίς βαθύτερη σημασία, κι αν  φαίνεται αυτό, δεν είναι έτσι. Το παιδί συνηθίζει σε ένα τρόπο ζωής. Έτσι απλά ξεκινούν, όλα τα παιδιά.
Όλοι γνωρίζομε, την ιστορία ενός κατάδικου, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Του είπαν, να  ζητήσει,  ό, τι θέλει,  ως τελευταία του επιθυμία. Κι αυτός ζήτησε,  να  πάνε κοντά τη Μάνα του. Όταν  την είδε,   όρμισε να την πνίξει. Όλοι εξεπλάγησαν  και τον κατηγόρησαν,  ότι είχε πορωμένη συνείδηση. Αυτός τους είπε:
«Όχι κύριοι. Έχω κι εγώ αισθήματα. Έχω καρδιά. Δεν είμαι θηρίο. Το γεγονός όμως, ότι χάνω τόσο νέος τη ζωή μου,  οφείλεται στη Μάνα μου. Δεν θα ξεχάσω  την πρώτη μου κλοπή. Ήταν ένα αυγό,  από ένα ξένο σπίτι. Με πόσο φόβο,  το πήγα στη Μάνα μου. Κι ενώ περίμενα να μου πει να το επιστρέψω, γέλασε ικανοποιημένη για την εξυπνάδα μου.  Αυτό ήταν το πρώτο βήμα.
Το δεύτερο ήταν,  κάποια χρήματα, που πήρα  από τον δίσκο μιας εκκλησίας. Ένας φόβος στο Θεό, μου έλεγε να τα επιστρέψω. Η μάνα μου γέλασε με χαιρεκακία και μου είπε: «Μην είσαι βλάκας! Καλύτερα να τα φας εσύ, παρά οι παπάδες!» Εκείνη την ώρα, έσβησε για μένα και ο φόβος του Θεού. Όλα μου φάνηκαν, χωρίς νόημα. Ψεύτικα και συμβατικά. Και ο Θεός και οι άνθρωποι. Αλυσίδα έγιναν από τότε οι κλοπές, μέχρι που έφτασα στο έγκλημα. Για όλα αυτά, κατηγορώ τη μάνα μου! Γιατί εξαιτίας της, χάνω τη ζωή μου. Εξαιτίας της,  χάνω  την ψυχή μου
Μια Μάνα λοιπόν είναι η Εκκλησία, που αγαπά τα παιδιά της.  Οι ιερείς της, είναι η φωνή της. Είναι η καρδιά της.  Είναι η πρακτική αγάπη της. Είναι η πρακτική ευσπλαχνία της. Με το στόμα τους μιλεί. Με την καρδιά τους αγαπά. Με τη στοργή τους συγχωρεί.
Είμαστε οι ιερείς, εκείνο που λέει η Παναγία, στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ: «Αυτές τις καλόγριες, τα πνευματικά σου παιδιά, να τις αγαπάς σαν Μητέρα!» Δεν του είπε: «ως πνευματικός Πατέρας», αλλά «σαν Μητέρα». Κάτι διαφορετικό και φιλεύσπλαχνο,  έχει η αγάπη της Μάνας.

8 Δεκ 2015

Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 9ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Συνεχίζομε από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, με το θέμα της Θείας Κοινωνίας: «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, προτού παραδώσει το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, είπε: «Ο άρτος που θα σας δώσω εγώ, είναι το σώμα μου, το οποίο δίνω για να ζήσει ο κόσμος». Αυτό σημαίνει, ότι η θεία Μετάληψη είναι για τους πιστούς, αναγκαίο συστατικό, της πνευματικής  κατά Χριστόν ζωής.
Σε άλλο πάλι μέρος λέει ο Χριστός: «Αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το Αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Από τα λόγια αυτά γίνεται φανερό, ότι είναι τόσο αναγκαία η θεία Μετάληψη στον χριστιανό, όσο είναι αναγκαίο και το άγιο Βάπτισμα.
Όταν παρέδιδε το Μυστήριο τούτο,  ο Κύριος στους μαθητές του, τη Μεγάλη Πέμπτη, δεν είπε συμβουλευτικά , όποιος θέλει ας φάγει το σώμα μου και όποιος θέλει ας πίει το αίμα μου, όπως είπε, όποιος θέλει να με ακολουθήσει, αλλά προστακτικά ξεφώνησε: «Λάβετε φάγετε, τούτο μου εστι το Σώμα».  «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστι το Αίμα μου». Αυτό σημαίνει: αφού ελεύθερα με ακολουθήσετε και είστε μαθητές μου,  αναπόφευκτα πρέπει να φάγετε το Σώμα μου και εξάπαντος πρέπει να πίετε το Αίμα μου.  
Και πάλι λέγει: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Δηλ. τούτο το μυστήριο σας το παραδίδω να το τελείτε, όχι μια ή δυο ή τρεις φορές το χρόνο αλλά κάθε μέρα, όπως το εξηγεί στη Λειτουργία του,  ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Έχοντες λοιπόν  υπ’ όψη, την σωτήρια αυτή  εντολή του Κυρίου, με  την  οποία παρήγγειλε: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», ενθυμούμενοι και όλα όσα για χάρη μας  τέλεσε στη γη,  ιδιαίτερα,   τον σταυρικό θάνατο, την ταφή, την τριήμερη  ανάσταση,  την  ανάληψη στους ουρανούς,  την στα δεξιά της μεγαλοσύνης του καθέδρα,  την δεύτερη και ένδοξη  πάλι παρουσία του», «Τα σα εκ των σων, Σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα»
Οι Άγιοι Απόστολοι, ακολούθησαν την παραγγελία του Κυρίου μας. Συναθροίζονταν και τελούσαν την Θεία Ευχαριστία. Οι τρεις χιλιάδες που πίστεψαν στο Χριστό, την ημέρα της Πεντηκοστής και βαπτίσθηκαν ήσαν με τους Αποστόλους, για να ακούνε το κήρυγμα τους, να συμπροσεύχονται  και να κοινωνούν των
Αχράντων Μυστηρίων.
Όλες οι ευχές της Θείας Λειτουργίας, που διαβάζει μπροστά στην Αγία Τράπεζα ο ιερέας,  αφορούν τη Θεία Κοινωνία. Την προετοιμασία των πιστών,  για να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που θα μεταγγίσει στις ψυχές τους,  τη ζωή του Χριστού. Ο Θείος Χρυσόστομος, τονίζει: «Όταν ο ιερέας, «ως εκ του προσώπου του Κυρίου»,   κρατεί το Ιερό Ποτήριο στα χέρια του, με το Ζωοποιό Σώμα και Αίμα, εξέρχεται από την Ωραία Πύλη και προσκαλεί το λαό στη Θεία Μετάληψη, φωνάζει μεγαλόφωνα: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», δηλ. έλθετε να μεταλάβετε με φόβο Θεού,  με πίστη και αγάπη τα θεία Μυστήρια.  Καλεί στη Θεία Κοινωνία όλους τους χριστιανούς».
Διευκρινίζει όμως ο Χρυσόστομος:  «Βλέπω πολλούς να μεταλαμβάνουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, απλώς και ως έτυχε, κινούμενοι μόνο από μια συνήθεια και όχι από ορθό λογισμό. Γιατί όταν φτάσει ο καιρός της αγίας τεσσαρακοστής, κάθε χριστιανός, όποιος κι αν είναι, είτε άξιος δηλ. είτε ανάξιος, μεταλαμβάνει; Το ίδιο συμβαίνει την ημέρα των Θεοφανείων.
Όμως, μήτε τα Θεοφάνεια, μήτε η Τεσσαρακοστή, μήτε το Πάσχα, κάνουν άξιους τους ανθρώπους για να κοινωνήσουν, αλλά τους κάνει άξιους, η «καθαρότητα της ψυχής». Μ’ αυτή την καθαρότητα της ψυχής, έχεις άδεια,  κάθε καιρό να μεταλαβαίνεις. Χωρίς αυτήν όμως, δεν έχεις άδεια καμιά φορά να κοινωνήσεις, γιατί λέγει ο Παύλος: «Όσες φορές μεταλαμβάνετε, αναλογίζεσθε τον σταυρικό θάνατο και τα πάθη του Χριστού».  
Συνεχίζομε από τον Ιερό Χρυσόστομο: «Βλέπω ότι γίνεται πολλή ανωμαλία στη Θεία Κοινωνία, γιατί ενώ στις άλλες μέρες του χρόνου δεν κοινωνείτε, αν και είστε πολλές φορές καθαροί, όταν έρθει το Πάσχα, κι αν κάμετε και κανένα κακό, αποτολμάτε και μεταλαμβάνετε. Αλλοίμονο στην κακή σας συνήθεια και στην πρόληψη αυτή.

Μάταια γίνεται λοιπόν η καθημερινή λειτουργία, επειδή και δεν μεταλαμβάνετε! Μάταια στεκόμαστε στο Άγιο Θυσιαστήριο και κανένας δεν έρχεται να κοινωνήσει! Αυτά τα λέω, όχι για να κοινωνείτε απλώς και ως έτυχε, αλλά για να κάνετε τον εαυτό σας άξιο. Δεν είσαι άξιος, ω άνθρωπε, να μεταλάβεις; Λοιπόν ούτε τις ευχές της λειτουργίας είσαι άξιος να ακούσεις!»

Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 8ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Στα δύο βασικά θέματα,  που πρέπει οι χριστιανοί μας, να επικεντρώσουν την προσοχή τους,  σχετικά με την Εκκλησία, είναι ο Εκκλησιασμός και η  Θεία Κοινωνία. Από το  βιβλίο του Μεγάλου Δασκάλου του Γένους μας,  Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Οδηγός Ορθοδοξίας», θα επιλέξομε ορισμένα κείμενα για το θέμα μας, που είναι  διδασκαλίες των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας και κυρίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του μεγαλύτερου Λειτουργιολόγου, όλων των εποχών:
«Πρέπει αδελφοί μου χριστιανοί, να πηγαίνετε  στην Εκκλησία, γιατί η Εκκλησία είναι Κιβωτός. Όπως λοιπόν τον καιρό του κατακλυσμού, όσοι άνθρωποι και όσα ζώα μπήκαν μέσα στην Κιβωτό, γλύτωσαν από τον κατακλυσμό, έτσι και τώρα, όσοι χριστιανοί πηγαίνουν στην Εκκλησία,  λυτρώνονται από τον κατακλυσμό της αμαρτίας και των παθών».
«Η Εκκλησία είναι μάνδρα πνευματική και οι άνθρωποι πρόβατα λογικά. Όπως όσα πρόβατα βρίσκονται μέσα στη μάνδρα, δεν κινδυνεύουν από τα λύκο και τα άλλα θηρία, έτσι και οι χριστιανοί που πηγαίνουν στην Εκκλησία, δεν κινδυνεύουν από το διάβολο κι από τα θηρία των παθών».
«Η Εκκλησία είναι κοινό ιατρείο, που γιατρεύει όλους τους αμαρτωλούς, που έχουν πληγές από την αμαρτία και τα πάθη. Γιατρεύει όλες τις πληγές που ανοίγει στις ψυχές των ανθρώπων, ο πόνος και η αρρώστια, το κακό και ο θάνατος».
«Η Εκκλησία είναι  η μητέρα όλων των ορθοδόξων,  που τους αναγέννησε με το άγιο Βάπτισμα και τους τρέφει με τη Θεία Κοινωνία. Όπως τα παιδιά λοιπόν τρέχουν στην αγκαλιά της μητέρας τους,  έτσι και οι χριστιανοί, πρέπει  να τρέχουν στην πνευματική τους μητέρα, την Εκκλησία,  με μεγάλη χαρά και αγάπη, για να απολαύσουν τα ουράνια αγαθά της».
«Η Εκκλησία είναι οίκος Θεού και κοινή οικία,  όλων των χριστιανών. Όπως λοιπόν τα μέλη μιας οικογένειας, επιθυμούν να βρεθούν όλα μαζί στο σπίτι τους, για να δουν τους συγγενείς τους, με τέτοια επιθυμία,  πρέπει να πηγαίνουν και οι χριστιανοί στην Εκκλησία,  την κοινή τους οικία και κατοικία του Θεού, να γνωρίσουν τους Αγίους».
«Η Εκκλησία είναι λιμάνι νοητό, αχείμαστο και γαλήνιο. Όπως  οι ναύτες που βρίσκονται στο πέλαγος και κινδυνεύουν από τις φουρτούνες της θάλασσας, επιθυμούν να βρεθούν σε ένα λιμάνι, έτσι κι αυτοί που κινδυνεύουν στο πέλαγος των πόλεων,  από τη φουρτούνα της αμαρτίας  και τα κύματα των φροντίδων της θάλασσας του κόσμου, καταφεύγουν στην Εκκλησία, για να βρουν σ’ αυτήν γαλήνη και ησυχία».
«Εσείς οι χριστιανοί, πρέπει να πηγαίνετε στην Εκκλησία,   με καθαρότητα, δηλ. χωρίς έχθρα και μνησικακία. Γιατί αν έχετε έχθρα και μίσος, δεν είναι δεκτή από το Θεό η προσευχή σας. Όποιος έχει έχθρα εναντίον κάποιου ανθρώπου, όχι μόνο δεν είναι άξιος να πάει στο ναό του Θεού, αλλά ούτε  να πει το «Πάτερ ημών». Γιατί πώς μπορεί να πει: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Πώς ζητά δηλ. να τον συγχωρέσει ο Θεός, ενώ αυτός δεν συγχωρεί τον συνάνθρωπο του;»
«Αγαπητοί μου Αδελφοί. Όταν ακούτε να χτυπά η καμπάνα της Εκκλησίας, να  τρέχετε να πηγαίνετε,  ως παιδιά προς την κοινή σας Μητέρα. Όταν στην αρχή της ημέρας, πριν από κάθε σας δουλειά, πάτε στην Εκκλησία, να ξέρετε,  ότι η προσευχή εκείνη,  σας φέρνει μεγάλη ευλογία, σε όλες τις δουλειές που θα κάνετε εκείνη την ημέρα. Οι χριστιανοί, τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρώτα πρέπει να σηκώνουν τα χέρια τους να προσεύχονται στο Θεό κι ύστερα να αρχίζουν κάθε εργασία τους. Γιατί αυτή η προσευχή,  θα τους δώσει δύναμη στη δουλειά τους».
«Όταν πηγαίνετε στην Εκκλησία- παραγγέλλει ο Ιερός Χρυσόστομος- να παίρνετε μαζί και τα μικρά παιδιά  και να μην τα λυπάστε,  να τα αφήνετε να κοιμούνται και να λέτε: Τον Χειμώνα είναι βροχερός ο καιρός και το καλοκαίρι ό ύπνος  γλυκύς. Να τα ξυπνάτε και να τα παίρνετε στην Εκκλησία,  για να βλέπουν και αυτά. Να ασπάζονται τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, να ακούνε τα θεία λόγια και να συνηθίζουν από την παιδική τους ηλικία, να πηγαίνουν στην Εκκλησία.
Γιατί σ’ αυτή την ηλικία των παιδιών, που η ψυχή τους είναι εύπλαστη σαν το κερί, τυπώνονται σαν  με σφραγίδα στο νου τους, τα λεγόμενα και τα γενόμενα στην Εκκλησία. Η  συνήθεια γίνεται έξις, η έξις γίνεται δεύτερη φύση. Κι όταν μεγαλώσουν,  η καλή αυτή συνήθεια των παιδικών τους χρόνων, τα ελκύει  να συχνάζουν στην Εκκλησία και γίνονται από τους γέροντες  φρονιμότερα.  Όταν δε πρόκειται να μπείτε στην Εκκλησία, να λέτε τα λόγια του Δαβίδ: «εισελεύσομαι εις τον οίκον σου. Προσκυνήσω προς ναόν,  τον άγιον σου».



18 Νοε 2015

Τεσσαρακονθήμερο Αρχιερατικό Μνημόσυνο Μητροπολίτου Πέτρας & Χερρονήσου κυρού ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 7ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Όταν εξαρτάς  την πίστη σου στο  Θεό από  τους ιερείς, θα τη χάσεις. Θα έρθει μια ώρα, που θα σε κλονίσει και ο αγιότερος ιερέας. Κανείς ιερέας δεν είναι άγιος. Όλοι έχομε αμαρτίες και ελαττώματα. Αλλά κι αν δεν τα βλέπεις σε ένα ιερέα, θα έρθει κάποια στιγμή ο διάβολος, που μισεί πολύ τους ιερείς και θα παρουσιάσει τόσο αρνητικά τα πράγματα, που θα σε κλονίσει. Γι’ αυτό λέω πάντα στα πνευματικά μου παιδιά, που διακρίνω ότι με αγαπούν: Προσέξετε. Τίποτε  δεν πολεμά τόσο ο διάβολος, όσο τη σχέση του χριστιανού, με τον Πνευματικό του!
Αναφέρει το Γεροντικό ένα παράδειγμα: «Ποιο είναι προτιμότερο», ερωτά ένα πνευματικό παιδί τον Γέροντα: «Να χάσω την πίστη μου στο Θεό ή την αγάπη μου στον Πνευματικό μου;» Και ο διακριτικός Γέροντας, προς έκπληξη πάντων  απαντά: «Καλύτερα να χάσεις το Θεό σου, παρά τον Πνευματικό σου. Γιατί αν αρνηθείς το Θεό σου, ο Πνευματικός θα σε συνδέσει πάλι με το Θεό. Αν αρνηθείς όμως τον Πνευματικό, θα εξασθενίσει η πίστη σου στο Θεό και θα αλλοιωθεί. Στο τέλος, δεν θα είναι αληθινή πίστη».
Θα ήθελα πάνω σ’ αυτό,  να πω πάλι ένα παράδειγμα,  από τη ζωή των Αγίων: Ένας Γέροντας στο Άγιο Όρος είχε ένα πνευματικό παιδί- νέο Μοναχό-  που το αγαπούσε πολύ κι αυτό τον λάτρευε. Κάποια μέρα διέκρινε, να παγώνει η αγάπη του Μοναχού απέναντι του. Σιγά- σιγά η παγωνιά έγινε οργή και κατέληξε σε μεγάλο μίσος. Ο Γέροντας ρωτά το Μοναχό:  «Τι σου συμβαίνει:» Κι ο Μοναχός με μεγάλη ειλικρίνεια του λέει: «Γέροντα, όταν ήρθα στο μοναστήρι,  σε αγαπούσα σαν το  Χριστό και ό, τι έλεγες,  έφερνε χαρά στην ψυχή  μου. Τώρα σε βλέπω,  σαν το Σατανά! Κι αν πεις και κανένα λόγο,  ματώνει σαν μαχαίρι την καρδιά μου!»  Κι όμως ο Γέροντας,  δεν είχε αλλάξει.
Θέλω να πω μ’ αυτό, ότι είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε άγγελοι. Και επηρεαζόμαστε από πολλά πράγματα. Κι αφού οι ιερείς δεν είναι τέλειοι, είναι επόμενο να μας επηρεάζουν,  με τη συμπεριφορά τους και τον χαρακτήρα τους. Δεν πρέπει όμως αυτό να συμβαίνει στην Εκκλησία.
Εκκλησία δεν είναι μόνο οι ιερείς. Είναι όλοι οι χριστιανοί. Είναι ο Χριστός. Είναι η Παναγία. Είναι το Πανάγιο Πνεύμα. Είναι τα θεία Μυστήρια. Είναι οι Άγιοι. Είναι οι Άγγελοι.  Είμαι ο τόπος και ο τρόπος που συναντάται ο Θεός με τον άνθρωπο. Είναι η θεία Λειτουργία.
Στην Αγία Τράπεζα χτυπά η καρδιά της Θείας Λειτουργίας. Με τα λόγια του Ιερέως: «Μεταβαλών τω Πνεύματι Σου τω Αγίω», το Αίμα του Χριστού ρέει στην Αγία Τράπεζα και γίνεται ζωή και αγάπη στις ψυχές  που το κοινωνούν.
Μόνο στην Εκκλησία υπάρχει η Θεία Κοινωνία, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Το παρατεινόμενο  Μυστικό Δείπνο. Η διαρκής Πεντηκοστή.
Ποτέ δεν εξαρτώνται τα μυστήρια της Εκκλησίας,  από την ηθική αξία του ιερέως. Και ο αμαρτωλότερος  ιερέας  να σε κοινωνήσει,  θα είναι Αίμα Χριστού. Το ίδιο ακριβώς,  με το Αίμα που κοινώνησαν στο Υπερώο τη Μεγάλη Πέμπτη, οι  μαθητές του Χριστού. Γι’ αυτό όσο δύσκολο και νάναι,  πρέπει να αγαπούμε το Χριστό, και να μη βλέπομε τα πρόσωπα των ιερέων.
Θα ήθελα να αναφέρω ένα περιστατικό,  που συνέβηκε στο όρος της Νιτρίας,  σε ένα μεγάλο άγιο ασκητή. Ο ασκητής ήταν πραγματικά άγιος. Δεν ήταν όμως ιερέας. Κάθε Κυριακή, ερχόταν  ένας ιερέας και λειτουργούσε και κοινωνούσε ο μοναχός.
Μια μέρα ο μοναχός,  έμαθε ότι ο ιερέας είχε πέσει σε κάποια αμαρτία. Δεν μπορούσε λοιπόν,  στην αγία ψυχή του,  να χωρέσει η αμαρτία του ιερέως και αποφάσισε,  να μην του ανοίξει την εκκλησία την Κυριακή,  να λειτουργήσει, για να μη μεταλάβει από το χέρι του.
Ο ιερέας έφυγε πικραμένος, χωρίς να γνωρίζει την αιτία,  που δεν του άνοιξε ο μοναχός. Τη νύχτα ο άγιος μοναχός,  βλέπει ένα πολύ ζωντανό όνειρο, που είχε τη μορφή οράματος. Είδε ότι βρισκόταν σε ένα καταπράσινο μέρος, πολύ όμορφο, που στη μέση είχε ένα χρυσό πηγάδι. Διψούσε. Το πηγάδι είχε πεντακάθαρο νερό, αλλά δεν είχε μέσον να το αντλήσει. Διψούσε πολύ αλλά δεν μπορούσε να πιει νερό.
Κάποια στιγμή, είδε από μακριά να έρχεται ένας άνθρωπος. Με έκπληξη είδε όταν πλησίασε,  ότι ήταν λεπρός. Κρατούσε  ένα κουβά χρυσό,  δεμένο σ’ ένα χρυσό σκοινί, τον έριξε στο πηγάδι,  έβγαλε γάργαρο νερό, τον άφησε και έφυγε.  Ο λεπρός ούτε ήπιε,  ούτε άγγιξε το νερό. Ακούει  ο μοναχός μια φωνή:  «Πιες νερό».  Και απαντά: «Κύριε το νερό είναι πολύ καθαρό. Το έβγαλε όμως ο λεπρός».
Η φωνή του ξαναλέει: «Το πηγάδι είναι χρυσό, ο κουβάς είναι χρυσός,  το σκοινί είναι χρυσό, το νερό είναι πεντακάθαρο. Γιατί δεν πίνεις; Ούτε το άγγιξε,  ούτε το μόλυνε ο λεπρός».
Ο μοναχός ξύπνησε και κατάλαβε ότι το  όνειρο ήταν θεϊκό. Ότι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, δεν επηρεάζεται από  τους ανάξιους ιερείς. Άλλο θέμα είναι ότι αυτοί οι ιερείς,  θα χάσουν την ψυχή τους, γιατί δεν σεβάστηκαν την ιεροσύνη τους.


14 Νοε 2015

Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 6ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Αφού  όλα αυτά ισχύουν για την Εκκλησία, πρέπει ως ιερείς να αναρωτηθούμε: Συμμετέχει ο κόσμος στη ζωή της Εκκλησίας; Πιστεύει ο κόσμος στη διδασκαλία της Εκκλησίας; Ζούνε οι Χριστιανοί, με την αγάπη του Χριστού; Δέχονται στην Εκκλησία, τη χάρη που έφερε στον κόσμο ο Χριστός; Γνωρίζουν αυτό που είπε ο Χριστός: «Εγώ ήρθα για να έχετε ζωή!» Ποια ζωή δίνει η Εκκλησία; Δεν είναι ασφαλώς η βιολογική ζωή. Αυτή τη δίνει ο Θεός σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, ακόμη και στο Διάβολο.  Κι όμως ο Χριστός είπε: «Εάν δεν φάτε το Σώμα και δεν πιείτε το Αίμα, του Υιού του Ανθρώπου, δεν μπορεί να έχετε  μέσα σας,  την αιώνια  ζωή».
Φοβάμαι ότι σε όλα τα ερωτήματα- εκτός εξαιρέσεων- η απάντηση είναι αρνητική. Δύο είναι οι αδιαμφισβήτητες  διαπιστώσεις για τους αγαπητούς μας χριστιανούς. Ότι λίγοι εκκλησιάζονται και λιγότεροι συμμετέχουν στο «Μυστήριο της ζωής»,   στη Θεία Κοινωνία. Πιστεύω, όχι από απιστία αλλά από αδιαφορία και ολιγοπιστία και  πιο πολύ, από άγνοια.  
Ο βαθύτερος βέβαια λόγος είναι, ότι η πίστη των πολλών ανθρώπων, είναι απελπιστικά «εγκεφαλική». Δεν είναι «καρδιακή». Δεν είναι  «αγαπητική». Γι’ αυτό και δεν έχουν αισθανθεί ποτέ,  όλες αυτές τις χαρές και τις ευλογίες,  που δίνει η Εκκλησία. Δεν αγαπούν, ως Μητέρα τους πνευματική την Εκκλησία, γι’ αυτό και δεν αγαπούν τον Χριστό, ούτε τους  φίλους του Χριστού, τους Αγίους.
Γνωρίζουν την Εκκλησία, σαν μια  καταφυγή ορισμένων ανθρώπων, που προσφέρει με τα «κουραστικά» της κηρύγματα, λίγη βοήθεια στη συμπεριφορά των ανθρώπων και ικανοποιεί το «θρησκευτικό τους συναίσθημα». Τη γνωρίζουν  με ένα τυπικό εκκλησιασμό,  με μια μικρή φιλανθρωπία ή με μια οικονομική βοήθεια.  
Ακόμη κι εκείνοι που πιστεύουν πιο πολύ, βολεύονται μ’ αυτή την πίστη. Οι ιερείς τους είναι ευχαριστημένοι, γιατί τους βοηθούν οικονομικά. Αυτοί έχουν  τη συνείδηση τους ήσυχη,  ότι εκτελούν τα «θρησκευτικά τους καθήκοντα». Και ο Θεός από τον ουρανό, που γι’ αυτούς  παρακολουθεί τα πάντα- σαν χωροφύλακας!- πρέπει να τους χρωστάει  ευγνωμοσύνη! Αυτό μου θυμίζει, αυτό που έλεγε κάποιος: «Δόξα τω Θεώ, που δεν υπάρχει Θεός και περνούμε ωραία!» Αλλά και το άλλο παρόμοιο: «Δόξα τω Θεώ,  που κάθεται ψηλά στον ουρανό και δεν επεμβαίνει στη ζωή μας
Με όλες αυτές τις ορθολογιστικές για το Θεό αντιλήψεις, πώς είναι δυνατόν να εκκλησιάζονται οι άνθρωποι, να αγαπούν την Εκκλησία και να την αισθάνονται, ως πνευματική τους Μητέρα; Όταν μάλιστα κοινωνούν δυο με τρεις φορές το χρόνο,  για ασφάλεια, χωρίς να αισθάνονται ουσιαστικά τίποτε και χωρίς να καταλαβαίνουν τα κηρύγματα των ιερέων,  τα οποία θεωρούν,  τόσο ανιαρά και ανούσια.
Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι,  που δεν πιστεύουν  στο Θεό. Αλλά υπάρχουν κι αυτοί  που αμφιταλαντεύονται και σκέπτονται:  «Κι αν υπάρχει Θεός, τι γίνεται στο τέλος;  Καλύτερα να έχομε έστω και μια τυπική σχέση με το Θεό». Όπως υπάρχουν κι εκείνοι που τον αναζητούν,  στις αρρώστιες τους, και  στις δυσκολίες τους και μετά τον ξεχνούν.
Θέλω όμως να αναφερθώ, σε μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, που πιστεύουν ότι είναι χριστιανοί, ότι πιστεύουν στο Θεό, αλλά δεν πάνε στην Εκκλησία, γιατί «φταίνε οι παπάδες». Οι παπάδες με τη φιλαργυρία τους, με τα ελαττώματα τους, με την ολιγοπιστία τους, με τα σκάνδαλα τους, με τον αναχρονισμό τους.  Είναι αυτοί που πιστεύουν, ότι,  «ο του βίου ναυαγός, του Υψίστου λειτουργός».
Έχουν απόλυτα δίκιο, αφού ταυτίζουν τους ιερείς με την Εκκλησία. Στην εκκλησία όμως, δεν ερχόμαστε να δούμε  τους ιερείς, ούτε απλά για  να προσευχηθούμε στο Θεό, ούτε για να «ακούσομε» τη Θεία Λειτουργία. Ερχόμαστε να συμμετάσχομε   στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.  Στη Θεία Κοινωνία. Όταν μας ενδιαφέρει,  η φωνή του ιερέως, τα άμφια του ιερέως, η καλοσύνη του ιερέως, η αυστηρότητα του ιερέως και δεν βλέπομε την Αγία Τράπεζα και δεν ακούμε τη φωνή του Χριστού: «Λάβετε Φάγετε. Τούτο εστί το σώμα μου», τότε είναι φυσικό, να μας φταίνε τα πάντα και οι πάντες: Οι ψάλτες, οι σύμβουλοι, τα παιδιά, τα μεγάφωνα και τόσα άλλα.

Κι όμως λέει ο Χρυσόστομος: « Όταν ακούς τα Δεσποτικά λόγια: «Τούτο εστί το Σώμα μου. Τούτο εστί το Αίμα μου», να μη βλέπεις τον ιερέα, αλλά τον ίδιο το Χριστό. Κι όταν σε κοινωνεί ο ιερέας, να έχεις την αίσθηση, ότι σε κοινωνεί ο Χριστός, όπως στον Μυστικό Δείπνο, κοινώνησε τους Αποστόλους. Ο ιερέας «δανείζει» το στόμα του στο Χριστό να μιλήσει. «Δανείζει»  το χέρι του στο Χριστό να σε κοινωνήσει». Το Σώμα και το Αίμα που κοινωνείς, είναι απαράλλακτα το ίδιο Σώμα και Αίμα, που κοινώνησε ο Χριστός τους Αποστόλους στο Μυστικό Δείπνο.

6 Νοε 2015

Χριστιανοί Χωρίς Εκκλησία (Μέρος 5ο)

Του Πρωτ. Γεωργίου Ατσαλάκη
Γεν. Αρχιερατικού Επιτρόπου
Ι. Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Συνεχίζομε με ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Η Ωραιότητα της Εκκλησίας: «Πόσο σε αγαπώ Αγία μου Εκκλησία, για τους Μάρτυρες σου! Για κείνους που έχυσαν το αίμα τους, για να μην αρνηθούν την πίστη σου. Για κείνους που μαρτύρησαν με τη συνείδηση τους, για να τηρήσουν τη διδασκαλία σου. Ακούω την καρδιά  του Αποστόλου Παύλου, να χτυπά για τα παιδιά σου. Ακούω τη φωνή του Ιερού Χρυσοστόμου, να συγκλονίζει τις ψυχές. Ακούω μυριάδες φωνές Αγίων, να φλέγονται από τον έρωτα του Χριστού σου.
Ω Αγία μου Εκκλησία! Είσαι  η «φλεγόμενη βάτος», που πυρακτώνεις τις καρδιές. Όποιος σε πλησιάζει, σε αγαπά κι όποιος σε αγαπά, σε γνωρίζει. Για σένα, η αγάπη προηγείται της γνώσεως και έπεται η σοφία της πίστεως. Όποιος σε πλησιάζει δεν μπορεί να μη σε αγαπήσει. Όποιος σε γνωρίσει, δεν μπορεί να μη σε λατρέψει.
Σε αγαπώ Αγία μου Εκκλησία, γιατί είσαι η ωραιότητα της ζωής. Γιατί αντανακλάς την ωραιότητα του Θεού. Γιατί είναι σταυρωμένη η αλήθεια σου. Γιατί είναι σταυροαναστάσιμη η χαρά σου.
Σε αγαπώ για τους ωραίους ναούς σου. Για τα ουρανόφωτα μοναστήρια σου. Για τις κατανυκτικές εορτές σου. Για τους χαριτωμένους Αγίους σου. Για τα φωτόμορφα παιδιά σου. Για τους ευλαβείς ιερείς σου. Σε αγαπώ, για την ωραιότητα της Παναγίας μας. Για τη θεσπέσια λειτουργία σου. Για το Μυστικό σου Δείπνο. Για τα σωστικά σου Μυστήρια. Για το ήθος σου, για το λόγο σου, για το κήρυγμα σου.
Στη ζεστή αγκαλιά σου έμαθα, να ταυτίζω τη ζωή μου με τη ζωή σου, τη χαρά μου με τη χαρά σου, την αγάπη μου με την αγάπη σου. Μου χάρισες τόσες χαρές, που δεν είχε τη δύναμη, να μου τις δώσει ο κόσμος. Κι όταν ο πόνος εξουθένωνε την καρδιά μου, μου έφερνες παράδειγμα τους αγίους σου. Γι’ αυτό δεν μπόρεσα ποτέ να φανταστώ, ούτε μια στιγμή, τη ζωή μου χωρίς εσένα.
Έψαξα να  βρω ανθρώπους, να με συγκινήσουν με τις ιδέες τους, με την αγάπη τους, με το πάθος τους για τον άνθρωπο, με τα οράματα τους για μια καλύτερη ζωή, για ένα δικαιότερο κόσμο. Θαύμασα πολλών ανθρώπων τις θεωρίες και εκτίμησα τις καλές τους προθέσεις και υποκλίθηκα στις ανυπόκριτες αγωνίες τους. Είδα όμως παντού,  την ατέλεια των ανθρωπίνων πραγμάτων.
Είδα πώς ελευθερώνεις  τα παιδιά σου, από το μίσος, την αδικία, την αμαρτία, τα πάθη, τον εγωκεντρισμό και την απελπισία. Είδα ανθρώπους να μπαίνουν  στο ναό σου σκοτεινιασμένοι και να βγαίνουν φωτεινοί. Είδα να μεταλλάσσεται σε πολλές ψυχές ο πόνος σε χαρά και σε ελπίδα η θλίψη. Είδα παιδιά σου να απομακρύνονται από  την αμαρτία, να αλλάζουν το χαρακτήρα τους, να θυσιάζουν τον εγωισμό τους, να αγαπούν, να συγχωρούν, να παύουν να μισούν και να μην εκδικούνται.
Κανείς ανθρωπισμός, δεν συγκρίνεται με τη διδασκαλία σου. Κανείς δεν δίνει τόση αξία στον άνθρωπο. Κανείς δεν τον ονομάζει «εικόνα του Θεού» και «εν σαρκί περιφερόμενο θεό». Ό, τι ωραίο και αληθινό έχει ο κόσμος, είναι δικό σου.
Για όλα αυτά, Αγία μου Εκκλησία, σε αγαπώ. Γιατί δεν είσαι θρησκεία, που αναζητά το Θεό. Γιατί δεν είσαι φιλοσοφία, που ζητά να κατανοήσει το Θεό.  Γιατί κατακλύζεσαι από τη χάρη του Θεού και συμπονείς τα παιδιά σου. Το πολίτευμα σου είναι ουράνιο, δηλ. Θεανθρώπινο. Γι’ αυτό ο πολιτισμός σου, στηρίζεται στην ελευθερία και την αγάπη.
Σήμερα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, σε έχουν ανάγκη τα παιδιά σου και ο κόσμος ολόκληρος. Ο εγωισμός, η βοή του πολέμου,  το δίκαιο των ισχυρών, το αθώο αίμα χιλιάδων ανθρώπων, ζητά ευσπλαχνία και δικαίωση.
Εμείς καταλαβαίνομε, ότι το πρόβλημα βρίσκεται, στις διαστροφές της ανθρώπινης καρδιάς. Στην έπαρση του νου.  Στις άπληστες επιθυμίες της ζωής. Στην αλαζονεία της δυνάμεως. Στην απολυταρχία της κοσμικής εξουσίας».
Με όλες τις παραπάνω περιγραφές,  θέλησα να παρουσιάσω  το γεγονός και το Μυστήριο της Εκκλησίας, το έργο και την  αποστολή της. Με πιο απλά λόγια: Στην Εκκλησία θα γνωρίσομε, το αληθινό πρόσωπο του Θεού.  Θα αγαπήσομε το Χριστό.  Θα αισθανθούμε την προστασία της Παναγίας.  Θα βρούμε στα πρόσωπα των Αγίων, τα ηθικά και πνευματικά πρότυπα της ζωής μας. Θα δεχθούμε με τα Μυστήρια της, τη χάρη του Θεού στην ψυχή μας.
Με την έννοια αυτή:«εκτός της Εκκλησίας, δεν υπάρχει σωτηρία!» και «κανείς δεν μπορεί να πει το Θεό Πατέρα, αν δεν έχει την Εκκλησία Μητέρα!» Δηλ. για τον αληθινό Θεό μπορεί να μας μιλήσει μόνο η Εκκλησία. Ο κόσμος μας μιλεί για την παντοδυναμία του Θεού. Για την ύπαρξη του. Για την πανσοφία του. Η Εκκλησία μας μιλεί για την αγάπη του.
Στον κόσμο ο Θεός αποκαλύπτεται  ως Δημιουργός. Ως  Απόλυτο Πνεύμα. Ως  άπειρος Νους. Ως η Αρχή και η Αιτία των πάντων. Στην Εκκλησία αποκαλύπτεται ως Πατέρας.   Ως Αρχέτυπο και πρότυπο του ανθρώπου.
Ο Σταυρός του Χριστού φανερώνει την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Η Ανάσταση σηματοδοτεί την αθανασία του ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι η Μητέρα που σε διδάσκει εμπειρικά, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας. Στην Εκκλησία ζεις στην αγκαλιά του Θεού.  Αισθάνεσαι την παρουσία Του. Πυρακτώνεσαι από την αγάπη Του. Συμμετέχεις στο Πασχάλιο Δείπνο της Βασιλείας Του.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ (Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΡ. ΚΟΡΑΚΑ 2)

ΧΑΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα